Back to Press

Ιωάννης Πάππος: O άνθρωπος που έβλεπε τα ξενοδοχεία να περνούν–Andro.gr

Το πρώτο του βιβλίο, το «Hotel Living», έγινε εκδοτική επιτυχία στις ΗΠΑ. Από κει, μίλησε στην Ιλεάνα Σεραφειμάκη για τον ήρωά του, την Αμερική, το Πήλιο και τη σχιζοφρένεια να περνάς τη ζωή σου στα ξενοδοχεία. Μαζί, μια αποκλειστική προδημοσίευση του βιβλίου του στα ελληνικά.

Το «Hotel Living» τι είναι; Αστυνομικό, θρίλερ ή περιπέτεια;
Είναι ένα love story που διαδραματίζεται στην Αμερική των 00’s, δηλαδή μεταξύ 11/9 και 2008, όταν έγινε η μεγάλη κατάρρευση των τραπεζών. Μια εποχή που, ενώ θα έπρεπε να είναι χαρούμενη και εύκολη, δεν ήταν, γιατί οι άνθρωποι δημιούργησαν μόνοι τους προβλήματα που στο τέλος τους καταβρόχθισαν. Διαδραματίζεται σε διάφορες χώρες, πόλεις και κυρίως σε ξενοδοχεία. Εκεί είναι και το σημείο αναφοράς που λειτουργεί κάπως σαν συμβολισμός: ο σημερινός άνθρωπος, που δεν μπορεί να φτιάξει και να διατηρήσει ρίζες, πηγαίνει διαρκώς σε κάτι επόμενο, στο μέλλον και, ίσως, επειδή ακριβώς ο πρωταγωνιστής δουλεύει ως οικονομικός σύμβουλος, βλέπει και ζει τη ζωή του σαν επένδυση σε «παράγωγα».

Περίγραψέ μας τον πρωταγωνιστή σου, τον Στάθη.
Έχω μια μανία με τον Στάθη. Το δυτικό κατεστημένο της προηγούμενης δεκαετίας τον θεωρεί μικρό επαναστάτη. Ο Στάθης είναι Έλληνας, ένα μείγμα παιδιού του δρόμου και τεχνοκράτη. Ξεκινάει ως ένα ντροπαλό, αλλά έξυπνο άτομο, διαθέτει όμως κοφτερή ματιά, διακρίνει πράγματα αόρατα σε άλλους και βαθμιαία έλκεται από τον καινούργιο κόσμο γύρω του, για να παραδοθεί τελικά σε έναν απόλυτο μηδενισμό και νωχέλεια. Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου βρίσκεται πια στο Λος Άντζελες, έχοντας εγκαταλείψει αρχές και ρίζες, κάνοντας παρέα με ετερόκλητους ανθρώπους που συναντάει είτε στον εργασιακό του χώρο είτε κάνοντας clubbing είτε αλλού. Κατά κάποιο τρόπο παραιτείται από τη ζωή –και αυτό για μένα είναι η απόλυτη πολυτέλεια. Δεν είναι ο καλύτερος χαρακτήρας, αλλά δημιουργεί ένα είδος συνενοχής, μια συμπάθεια. Πολλοί μου έχουν πει ότι διακρίνουν τον εαυτό τους στον Στάθη.

Πόσο αυτοβιογραφικό είναι το «Hotel Living»;
Είναι μέχρι ένα σημείο. Σπούδασα στην Ευρώπη και στην Αμερική, δούλεψα πολλά χρόνια σε εταιρείες Μanagement Consulting, έχω κάνει έντονη ζωή, ξενύχτια, ταξίδια, γνώρισα πολύ και ετερόκλητο κόσμο. Αυτά είναι τα κοινά στοιχεία με τον Στάθη. Σε αντίθεση με αυτόν, εγώ δεν έχω εμμονές που μπορούν να με οδηγήσουν στα άκρα. Εκείνος έχει μια άρρωστη περιέργεια, τον έλκει το δύσβατο και το παράξενο, ίσως ακόμα και το διεφθαρμένο. Γίνεται αποδεκτός από τελείως διαφορετικούς τύπους ανθρώπων. Ζει μια ζωή ραμμένη από διαφορετικά κομμάτια που δεν κολλάνε καλά-καλά μεταξύ τους. Δεν προσπαθεί για τίποτε ιδιαίτερα και αυτό ίσως είναι sexy. Εγώ πάντα προσπαθούσα. Ακόμα προσπαθώ.

Πού μεγάλωσες και ποια είναι η πιο έντονη ανάμνηση που έχεις;
Μεγάλωσα στην Αθήνα, αλλά η καταγωγή μου είναι από το Πήλιο. Εκεί περνούσαμε τα καλοκαίρια και τις γιορτές. Οι πρώτες και πιο έντονες αναμνήσεις μου γυρνάνε πάντα εκεί. Έμαθα κολύμπι σε μια κρυμμένη παραλία έξω από το Λεφόκαστρο, κάτω από το σπίτι μιας θείας μου. Τη λένε Γούρνα. Είναι ένα κόλπος προφυλαγμένος, με κυπαρίσσια, καλαμιές, σαν λιμνοθάλασσα. Ένα από το ομορφότερα μέρη που έχω δει. Το 1994 ήμουν στο Tobago, έξω από τη Βενεζουέλα. Ήμασταν σε ένα τζιπ και εξερευνούσαμε την περιοχή, είχαμε ψιλοχαθεί. Κάνοντας μια στροφή, εμφανίζεται μπροστά μας το Bloody Bay, μία παραλία ολόιδια με το Λεφόκαστρο, μια Γούρνα στο Νέο Κόσμο. Ποτέ μου δεν ξανάνιωσα τόσο παιδί όσο εκείνη τη μέρα. Κατάλαβα τότε πόσο το Λεφόκαστρο είχε καθορίσει την παιδική μου ηλικία.

Photo by Alexandra Stonehill

Photo by Alexandra Stonehill

Σπούδασες στο Εθνικό Μετσόβειο Πολυτεχνείο, δούλεψες ως οικονομικός σύμβουλος για πολλά χρόνια και ξαφνικά γίνεσαι συγγραφέας…
Ήθελα μια αλλαγή. Πες το κρίση μέσης ηλικίας. Ίσως αν είσαι μόνο τεχνοκράτης ή μόνο καλλιτέχνης, είναι λίγο επικίνδυνο για το μυαλό σου. Έρχεται κάποια στιγμή στη ζωή σου που συνειδητοποιείς τη ματαιότητα. Ολοκληρώνεις, ας πούμε, ένα μεγάλο project επενδύσεων, σε χειροκροτούν (πιθανόν) και σε 20 λεπτά τα πάντα έχουν ξεχαστεί. Παρομοίως, το να γράφεις συνέχεια βιβλία, το ένα μετά το άλλο, το βρίσκω κάτι μεταξύ τρέλας και ιδιοφυίας. Δεν ξέρω πόσο σοβαρά μπορεί να πάρει κάποιος τον εαυτό του, είτε είναι στέλεχος επιχειρήσεων είτε συγγραφέας. Επίσης το να γράψεις ένα βιβλίο ενέχει μία θυσία. Οικονομική. Έχει opportunity cost, δηλαδή χάνεις τα χρήματα που θα κέρδιζες αν δούλευες όσον καιρό έγραφες. Από την άλλη, σου δίνει χαρά. Κάνεις κάτι, δημιουργείς, χωρίς τους περιορισμούς που όλοι έχουμε όταν δουλεύουμε σε πιο συστημικούς και εταιρικούς χώρους.

Αυτοαποκαλείσαι transient writer, περαστικός συγγραφέας. Είναι οριστικό αυτό;
Το είπα επειδή η συγγραφή του «Hotel Living» ήταν ουσιαστικά ένα τυχαίο γεγονός. Πριν από αυτό δεν είχα γράψει τίποτε, εκτός από τις τεχνικές αναλύσεις που έκανα για τις εταιρείες στις οποίες δούλευα. Ήμουν στην Αμερική, η εταιρεία μου είχε διασπαστεί, δεν είχε πια την παλιά δομή της και δεν ήξερα τι να κάνω. Ταξίδεψα λίγο, αλλά κι αυτό δεν με βοήθησε να δω κάποιο φως. Επέστρεψα στο πατρικό μου, στο Πήλιο, κι εκεί άρχισα να γράφω. Το πρώτο draft βγήκε μέσα σε έξι μήνες. Ουσιαστικά δεν είχε καμιά μεγάλη διαφορά από το τελικό κείμενο. Δεν θεωρώ, όμως, τον εαυτό μου συγγραφέα. Πρέπει να ζήσεις ορισμένα πράγματα για να πεις ότι σου γεννιέται η ανάγκη, η επιθυμία να γράψεις. Η συγγραφή από μόνη της είναι ένα εργαλείο, ένα παράγωγο αυτής της εμπειρίας.

Τι υπήρξε καταλυτικό στην έμπνευσή σου;
Με εμπνέουν οι νέοι Έλληνες. Ειδικά η γενιά που διαμορφώθηκε μέσα στην κρίση. Διαθέτουν μια στωικότητα που εμπεριέχει μια απίστευτη ομορφιά. Μαθαίνουν να ζουν μέσα στο σύστημα χωρίς να φωνάζουν, όπως οι γονείς τους που κατεβαίνουν στο Σύνταγμα και βρίζουν τους πάντες. Είναι σπίρτα! Διακρίνουν το αστείο εκεί όπου οι άλλοι βλέπουν το τραγικό. Μπορούν και στέκονται οπουδήποτε χωρίς φόβο. Είναι πιο λάιτ. Δεν έχουν πια να φοβηθούν τίποτα. Εγώ φοβάμαι.

Τι φοβάσαι;
Ανήκω σε μια γενιά που μεγάλωσε με πολλές ανασφάλειες. Ήθελα ανέκαθεν να είμαι αποδεκτός σε όλους τους χώρους. Ακόμα έχω φόβους. Φοβόμουν, ας πούμε, αν θα άρεσε το βιβλίο. Τώρα σκέφτομαι αν θα αρέσει στους γονείς μου, στον πατέρα μου, όταν θα κυκλοφορήσει στα ελληνικά.

Σε παλαιότερο άρθρο έκανες κριτική για το πώς τα παιδιά της Δύσης αντιλαμβάνονται τον όρο «ασφάλεια». Μπορεί, για παράδειγμα, να πάνε να πηδήξουν από ψηλά χωρίς αλεξίπτωτο, αλλά θα το κάνουν tandem. Μήπως σήμερα η ασφάλεια είναι κι αυτή αγαθό προς πώληση;
Στην Αμερική είναι βιομηχανία. Από τον life coach μέχρι τον εκπαιδευτή του crossfit. Στην Ευρώπη και ειδικότερα στην περιοχή της Μεσογείου, είναι ανάγκη για την επιβίωση, βρίσκεται έτη φωτός μακριά από την έννοια που έχει στην Αμερική, ειδικά μετά τα τελευταία γεγονότα. Στη Νέα Υόρκη, μπορεί να ακούσεις κάποιον να λέει «Δεν νιώθω ασφαλής, ο καφές που μου σερβίρουν δεν είναι stretto». Έχουμε φτάσει σε επίπεδα χαζομάρας και πλήρους επιδερμικότητας. Προσωπικά, πιστεύω και το έχω υποστηρίξει πολλές φορές όταν βγαίνουν ταξιδιωτικές οδηγίες για την ασφάλεια στην Ελλάδα, ότι η χώρα μας είναι σαφώς πολύ πιο ασφαλής από άλλες γειτονικές της χώρες.

Τι είναι το «addictive hotel» όπως το αποκαλείς;
Είναι η συνήθεια που αποκτάς όταν ζεις συνέχεια σε ξενοδοχεία. Έχω ζήσει έτσι πέντε συνεχόμενα χρόνια. Αποκτάς συνήθειες που είναι δύσκολο να τις αποβάλεις. Εγώ, ας πούμε, τρώω τρεις φορές την ημέρα, αλλά κουζίνα στο σπίτι μου δεν έχω. Το χώρο της κουζίνας τον έχω κάνει βιβλιοθήκη. Η νοοτροπία που αποκτάς με το «addictive hotel living» δημιουργούν έναν τρόπο ζωής που δεν αποβάλλεται εύκολα. Μπορεί να σε οδηγήσει σταδιακά σε αποξένωση και τελικά στην απόλυτη μοναξιά.

Πώς είναι η Νέα Υόρκη σήμερα με τα μάτια ενός Έλληνα;
Η Αμερική είναι μια χώρα διχασμένη. Η Νέα Υόρκη μετά το 2008 έχει γίνει πάρα πολύ corporate και βιομηχανοποιημένη. Δεν γίνεται πια να είσαι indie σε αυτήν την πόλη, δεν μπορείς να έχεις ένα εστιατόριο, ένα μικρό κουρείο, οτιδήποτε μοναδικό. Χρειάζεσαι αντιστάθμιση μέσω κλίμακας. Οι κλασικοί money managers άλλαξαν και το χρήμα έχει πέσει σε αγοραπωλησίες ακινήτων. Οι τιμές έχουν ξεφύγει. Αυτήν τη στιγμή χτίζεται ένα «Σινικό Τείχος» στους 57 δρόμους που θα κρύψει ακόμα και τον ήλιο από το Central Park, όπως διαμαρτύρονται οι διάφοροι ακτιβιστές. Τεράστια μοντέρνα κτίρια που υψώνονται θεόρατα και κενά. Περπατάς λοιπόν και βλέπεις αυτούς τους γυάλινους μοντέρνους όγκους με ένα μόνο φως αναμμένο, ρωτάς γιατί είναι άδεια και σου λένε όχι δεν είναι, είναι όλα sold out, αλλά δεν μένει κανείς από τους ιδιοκτήτες εδώ συνέχεια. Είναι δηλαδή pied-à-terre που ανήκουν είτε στον Ρώσο ολιγάρχη, στον Έλληνα μεγιστάνα, στον Τούρκο media person ή στον όποιο Σαουδάραβα. Γίνεται μια κενή πόλη η Νέα Υόρκη, και το μόνο θετικό που μπορείς να πεις είναι ότι συνέχεια αλλάζει. Κάποτε ήταν μια πόλη που «ενδιαφέρεται», τώρα είναι απλώς «ενδιαφέρουσα».

Σε μια συζήτησή σου με τον Γρηγόρη Βαλλιανάτο είπες ότι στην Ελλάδα υπάρχει ομοφοβία. Τη συναντάς περισσότερο εδώ απ΄ ό,τι στην Αμερική;
Στην Αμερική υπάρχει μεγάλος ρατσισμός, υπάρχουν πολλά κοινωνικά προβλήματα και με περισσότερες πτυχές απ’ ό,τι στην Ελλάδα. Ίσως στη Νέα Υόρκη δεν είναι τόσο εμφανής, αλλά υπάρχει. Υπάρχει, ας πούμε, μεγάλη ισλαμοφοβία. Αν μπει σ’ ένα εστιατόριο στο Γκρίνουιτς ένας μουσουλμάνος, βλέπεις την αλλαγή στο σέρβις, πώς τον κοιτάνε, πού θα τον βάλουν να κάτσει. Έχουν άπειρες φοβίες στην Αμερική: για το χρώμα, για τη θρησκεία, για τη σεξουαλική ταυτότητα. Στην Ελλάδα, πιστεύω ότι είναι ακόμα πιο δύσκολα τα πράγματα, γιατί σε μας τίθεται και το θέμα της θρησκείας. Όταν τα μικρά παιδιά μεγαλώνουν με μια ορθόδοξη διδασκαλία συμπεριφοράς και ηθών, είναι πολύ δύσκολο να δεχτούν τη διαφορετικότητα ως κάτι δεδομένο. Υπάρχει by default προκατάληψη. Πιστεύω πως η Ελλάδα έχει πολύ δρόμο ακόμα να διανύσει ως προς αυτό.

Τι εννοείς όταν λες «post gay εποχή»;
Καλύτερα ας το ονομάσουμε «post sexuality». Ένας από τους λόγους που το «Hotel Living» έγινε τόσο αποδεκτό είναι ότι σε όλο το βιβλίο οι έννοιες «gay/straight» δεν αναφέρονται πουθενά. Γιατί, απλώς, δεν είναι αυτό το θέμα. Αρχικά μου φαινόταν επιστημονική φαντασία να γίνει αποδεκτή μια τέτοια προσέγγιση. Σιγά-σιγά όμως συνειδητοποίησα ότι, ειδικά στις ακτές της Αμερικής, δεν τίθεται θέμα διαχωρισμού προτιμήσεων. Το βλέπουν απλώς ως μια ερωτική συμπεριφορά εν γένει. Το με ποιον κοιμάσαι δεν έχει πια σημασία. Σημασία έχει πώς είσαι με αυτόν που κοιμάσαι. Δεν υπάρχουν ταμπέλες. Σε μερικές περιοχές της Αμερικής ισχύει εκατό τοις εκατό. Ίσως όχι παντού, υπάρχουν και μέρη που τα ήθη παραμένουν συντηρητικά.

Ζούμε σε ένα σχεδόν παγκοσμιοποιημένο σύστημα. Συμπεριφορές τύπου sex-drugs and… hotel living είναι εξίσου παγκοσμιοποιημένες, ειδικά στον κόσμο των managers;
Είναι παρακινδυνευμένο να το πει κάποιος απόλυτα αυτό. Δεν λέω πως ο κόσμος των white collars έχει υψηλό βαθμό ευτυχίας, αλλά ο καθένας βολεύει τις «βαλίτσες» του διαφορετικά.

Σίγουρα γνωρίζεις όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα ειδικά με το θέμα των προσφύγων. Πιστεύεις ότι οι ΗΠΑ έχουν ευθύνες για ό,τι συμβαίνει στη Συρία, στο Αφγανιστάν ή στο Ιράκ;
Εν μέρει θα έλεγα ότι είναι αποτέλεσμα της αυτοκρατορικής πολιτικής της Αμερικής. Αυτή η εξωτερική πολιτική πάει πολλά χρόνια πίσω, την προηγούμενη όμως δεκαετία ήταν εντελώς τοξική. Κάναμε πράγματα απλώς γιατί μπορούσαμε, μέχρι και πολέμους. Σήμερα, το πληρώνουμε. Και, δυστυχώς, το πληρώνουν και πολλοί άλλοι μαζί με μας (π.χ. Συρία, Ευρώπη). Αυτό το «κεκτημένο δικαίωμα» των 00’s, σε μικρότερη βεβαίως κλίμακα, φαίνεται πολύ και στο βιβλίο μου.

Λένε ότι στην Ελλάδα πρέπει να αλλάξουμε, να μεταρρυθμιστούμε γενικώς και ειδικώς. Σε ποια κατεύθυνση πρέπει να γίνει αυτό; Κατά τη γνώμη σου, μπορεί να υπάρξει win-win αποτέλεσμα;
Συνδικαλισμός και ολιγαρχία είναι δύο στοιχεία που διατηρούν την κουλτούρα της διαφθοράς ζωντανή. Δεν είναι μόνο ελληνικό αυτό το φαινόμενο. Απλώς εμείς στην Ελλάδα το ζούμε τώρα σε πολύ μεγάλο βαθμό και στην πιο επώδυνή του φάση. Δεν υπάρχει γρήγορη λύση. Μόνο μακροχρόνια, επενδύοντας στην εκπαίδευση, με διαφορετικά όμως παραδείγματα και στερεότυπα. Η παιδεία που ανοίγει το μυαλό δεν μπορεί να είναι «κλαδεμένη» από Εκκλησία, Κράτος και καρικατούρες οικογένειας. Εγώ ίσως δεν θα προλάβω να το δω, αλλά αυτό πάλι δεν σημαίνει πως στην Ελλάδα σήμερα δεν υπάρχει ομορφιά και αγάπη.

Οι Έλληνες νέοι όλο και περισσότερο αφήνουν πίσω τους την Ελλάδα, για να βρουν ένα καλύτερο μέλλον. Τα «καλά μας μυαλά» φεύγουν στο εξωτερικό. Ποια είναι η γνώμη σου;
Δεν ξέρω πόσο καλό ή κακό μυαλό είμαι, αλλά εγώ θέλω να γυρίσω στην Ελλάδα. Διαφωνώ με τη Μέρκελ που δυο χρόνια πριν είπε στους νέους μας «Μεταναστεύστε!» Οργανική αλλαγή, αλλαγή που έχει νόημα, έρχεται εκ των έσω.

Ποια είναι η γνώμη σου για τον Σκοτ Φιτζέραλντ, τον συγγραφέα του Μεγάλου Γκάτσμπι, έργο που πολλοί συγκρίνουν με το δικό σου;
Τον αγαπώ πολύ. Είχε δαίμονες, έβλεπε δαίμονες. Αισθάνομαι απίστευτα τυχερός που με συγκρίνουν μαζί του.

Ποιο είναι το αγαπημένο σου ρητό;
«Κάνε αυτό που σου αρέσει, αυτό είναι και το σωστό!»

Πώς φαντάζεσαι τον εαυτό σου σε πέντε χρόνια;
Θα ήθελα να ζω στο Πήλιο και να περνάω χρόνο με τους κολλητούς μου.